σελφ-σέρβις

το, Ν
άκλ.
1. αυτοεξυπηρέτηση
2. χαρακτηρισμός καταστήματος στο οποίο οι πελάτες εξυπηρετούνται μόνοι τους, χωρίς την μεσολάβηση πωλητή ή άλλου υπαλλήλου. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. self-service].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σελφ σέρβις — το (λ. αγγλ.), αυτοεξυπηρέτηση σε κατάστημα ή εστιατόριο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μόδα — Όρος που δηλώνει τη διάδοση μιας ορισμένης συνήθειας, της οποίας εκφράζει κυρίως τον επίκαιρο και εντυπωσιακό χαρακτήρα. Από αυτό προέρχεται η γνώμη πως η μ. είναι ένα παροδικό, επιπόλαιο φαινόμενο, χωρίς καμιά πραγματική ή ιδεολογική υπόσταση,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.